Τρίτη, 6 Νοεμβρίου 2012

Nαι Θέλω κι εγώ να κατέβω στην πορεία, Της Ευφροσύνης Παυλακούδη



«Ζούμε την εποχή των μεγάλων τίποτε», μου έγραψε πρόσφατα ένας φίλος από την Βαρκελώνη. Για μέρες στριφογύριζε στο μυαλό μου αυτή η φράση. Κλισέ; Τσιτάτο; Ή μήπως πέρα για πέρα αληθινό;


Σε λίγες ώρες θα ξεχυθούν οι πάντες –θεωρητικά- στους δρόμους και την Πέμπτη μια από τα ίδια: συμπλοκές των Χρυσαυγιτών με μετανάστες, έλλειψη φαρμάκων, πολυκατοικίες που δεν θα βάλουν πετρέλαιο, λίστες, δημοσιογραφική δεοντολογία στα χαρακώματα, χαράτσια, κόμματα υπό διάλυση, σχηματισμοί που μοιράζουν δεξιά και αριστερά πιστοποιητικά ελληνικότητας ή επαναστατικότητας -αναλόγως την περίσταση φυσικά- και όλοι μαζί ένα βήμα πριν το κενό.


Κάποιοι λειτουργούν φοβικά και κλείνονται σιγά-σιγά στο καβούκι τους, λες και άμα δεν μιλήσουν για τα δρώμενα, υπάρχει κάποια πιθανότητα να αποφευχθούν τα χειρότερα. Οι αυταπάτες και η ευθυνοφοβία χέρι-χέρι κοινώς. Άλλοι ουρλιάζουν με νεοναζιστικούς χαιρετισμούς χρησιμοποιώντας τα ίδια εργαλεία (τυχαίο;) που χρόνια χρησιμοποιούσαν τα πάλαι ποτέ κόμματα εξουσίας, την ηθικολογία και την κινδυνολογία, αρεσκόμενοι σε μιλιταριστικά προστάγματα, ξιφουλκώντας εναντίον των άθεων, των Εβραίων, των μουσουλμάνων, των ξένων, των κομμουνιστών, των ομοφυλόφιλων, των φιλελεύθερων, των αντιρρησιών συνείδησης, των καπνιστών, των άτεκνων, των διαζευγμένων… τη μισή χώρα, αν όχι παραπάνω, δηλαδή. Όταν ο ρατσισμός με τον εθνικισμό θεωρούνται αυτονόητα, ενώ ο αντικοινοβουλευτισμός προβάλλεται ως αντίδραση στο κατεστημένο, τότε η βία εξαπλώνεται με ταχύτητα φωτός. Σημειωτέον, όλα αυτά σε μια χώρα που έχει βιώματα αυταρχικών και ολοκληρωτικών πρακτικών, μιλιταρισμού, πολιτικών διώξεων και κοινωνικών διακρίσεων, που έχει γνωρίσει από πρώτο χέρι το αποτρόπαιο πρόσωπο της ναζιστικής και φασιστικής βίας.
Μερικοί, πάλι, ονειρεύονται την ανατροπή του συστήματος, ενώ άλλοι μια πολιτική άνοιξη χωρίς κανένα, λέει, από τα υπάρχοντα κόμματα, όπου όλοι όμως θα τρώμε με χρυσά κουτάλια, ενώ ο υπόλοιπος κόσμος θα μας υμνεί ως πρωτοπόρους. Το χρέος θα εξαφανιστεί ως δια μαγείας, η διαφθορά θα εκλείψει και φαντάζομαι στους δρόμους θα προχωράμε όλοι με χλαμύδες, σανδάλια και λουλούδια στα χέρια… Όταν οι ψευδαισθήσεις χτυπάνε κόκκινο, τότε η παράνοια καραδοκεί και ως γνωστόν δεν θέλει και πολύ κανείς για να σαλτάρει σε αυτή τη χώρα όπου οι θεωρίες συνομωσίας, άλλωστε, είναι περισσότερες και από αυτές για τα ufo στη Νεβάδα. Ορισμένοι, από την άλλη, φοβούνται έναν τρίτο παγκόσμιο, ενώ είναι πεπεισμένοι πως σε λίγο θα ξεσπάσει εμφύλιος. Μόνο που στην δεύτερη περίπτωση δεν μας λένε ποια θα είναι τα αντίπαλα στρατόπεδα ή τι θέση ακριβώς θα πάρουν. Είναι ωραίο να βλέπεις θρίλερ, όχι όμως να το ζεις, φαντάζομαι. Κατανοητό, αν και η πραγματικότητα δεν μιμείται πάντα τον κινηματογράφο να υπενθυμίσω.
Κατά τα άλλα, έχουν περάσει σχεδόν τρία χρόνια μνημονίου, με την πολιτική ευρωπαϊκή και ελληνική ηγεσία να παρακολουθεί ή να εκφοβίζει. Τα προαπαιτούμενα πετάχθηκαν στο καλάθι των αχρήστων και κάθε φορά ζούμε δραματικές, αντί για καυτές (που τέτοια τύχη;) νύχτες με μαραθώνιες διαπραγματεύσεις και αναιρέσεις συμφωνιών και τούμπαλιν. Τη μία ήταν τέσσερα δις, μετά μας έλειπαν μέτρα, λέει, για ένα δις, ενώ γνωρίζει και η κουτσή Μαρίκα ότι έχουμε φτάσει στα 350. Δουλευόμαστε ή μου φαίνεται; Το ένα, δηλαδή, είναι το πρόβλημα;
Αλήθεια τί έγιναν, όλα εκείνα τα όμορφα περί αποκρατικοποιήσεων και αξιοποίησης της δημόσιας περιουσίας, περί αξιολόγησης του δημόσιου τομέα και μείωσης της κρατικής γραφειοκρατίας, περί επιτάχυνσης της δικαιοσύνης ώστε να καταπολεμηθεί η διαφθορά, περί καταπολέμησης της φοροδιαφυγής και ανοίγματος των κλειστών επαγγελμάτων; Γιατί δεν επέμεναν κάποιοι και τώρα έχουν πιει –τάχα- το αμίλητο νερό; Α, ξέχασα η λίστα Λανγκάρντ είναι το θέμα. Ονοματολογίας το ανάγνωσμα. Αυτό μας μάρανε. Για νόμους, κανόνες και λειτουργίες ουδεμία αναφορά. Ώρες-ώρες έχω την αίσθηση ότι ζω στην Κολομβία πριν είκοσι χρόνια. Εκβιασμοί, συμφέροντα, απαγωγές με λύτρα, διαπόμπευση οποιουδήποτε έχει χρήματα, φωνές για κρεμάλες. Κηρύγματα μίσους παίρνουν και δίνουν, ενώ τα αγριότερα ένστικτα έχουν έρθει στην επιφάνεια.
Ναι, θέλω κι εγώ να κατέβω στη πορεία. Να φωνάξω, δεν πάει άλλο. Αλλά με ποιους, διάολε, από τους παραπάνω; Όχι, για πείτε μου… Την ατυχία μου μέσα.

Tης Ευφροσύνης Παυλακούδη
Πηγή δημοσίευσης : www.maga.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου