Τρίτη, 22 Ιανουαρίου 2013

ΜΝΗΜΕΣ μιας ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΠΟΥ ΕΦΥΓΕ : Θυμάμαι την πόλη μου!



Περαία – Μπαξέ – Αγία Τριάδα το… τριαδικό δρομολόγιο που εκτελούσαν καλοκαίρια του ’60 όσα βαποράκια αναχωρούσαν από το Λευκό Πύργο. Προτιμούσαμε την Αγία Τριάδα επειδή είχε καλύτερη αμμουδιά και πιο ανοιχτό τοπίο. Μόλις άρχισε τότε να λειτουργεί η κοσμική μοντέρνα πλαζ που διέθετε ομπρέλες, ξαπλώστρες, αποδυτήρια, ψύκτες νερού, διακοσμητικά παρκάκια, τσουλήθρες, μπαρ για καφέ και σάντουιτς. Προοριζόταν για τους κάπως εύπορους που μπορούσαν να πληρώνουν το εισιτήριο. Εξάλλου η θάλασσα ήταν παντού ίδια.
Παίρναμε υπό μάλης την ομπρέλα, την μπήγαμε στην άμμο, απλώναμε πετσέτες και στα διαλείμματα του μπάνιου τρώγαμε (υπό σκιά) ό,τι κουβαλούσαμε σε τυλιγμένα ταψιά ή τσίγκινα πιάτα – δεν υπήρχαν τότε τάπερ. Αγοράζαμε μόνο βρασμένα καβούρια ή καμιά λιχουδιά που πουλούσαν οι πλανόδιοι με τα σηκωμένα μπατζάκια και τον ταβλά στο χέρι. Βγάζαμε απ’ τα ρηχά όστρακα («μάτια» τα λέγαμε) που τρώγονταν ζωντανά με λίγο λεμόνι. Υπήρχε και μια ταβερνούλα εκεί κοντά με τζιτζιφιές - για οικονομία, σπάνια τρώγαμε σ’ αυτήν. Γύρω ερημιά, χωματόδρομοι και χωράφια με καλαμιές, ούτε σπίτια, ούτε μόνιμοι παραθεριστές. Όλη μέρα δίπλα στο κύμα και μέσα στη θάλασσα, χωρίς αντηλιακά, μέχρι που αργά το απόγευμα, ξέροντας τα δρομολόγια, περιμέναμε στη σκάλα το βαποράκι για την επιστροφή.
Μία από τις ελάχιστες φορές που μπήκαμε στην οργανωμένη πλαζ, έτυχε να γυρίζεται η ταινία «Κάτι να καίει». Όταν προβλήθηκε στο σινεμά, διακρίναμε σε πολύ μακρινό πλάνο κάτω απ’ την ομπρέλα εμένα και τη μάνα μου να τρώμε σταφύλια! Στη μικρή οθόνη, εξαφανιστήκαμε. Ειδοποιούσαν τον κόσμο με ντουντούκα, κάθε φορά που ξεκινούσε νέα λήψη, να κάνει ησυχία. Η αντιδραστική μάνα μου σε μια τέτοια στιγμή φώναξε επίτηδες δυνατά και μακρόσυρτα το όνομά μου «Γιαννάκηηηη!» Κάπου σε σκηνή της ταινίας ακούγεται ένα «…άκηηη»! Στο διάλειμμα πέρασα επίτηδες μπροστά από τη Ρένα Βλαχοπούλου – ήμουν δεν ήμουν πέντε χρονών. Θυμάμαι κάπνιζε με απόλαυση μια μακριά πίπα: «Τι τρως αφρατούλη μου;» με ρώτησε. Συνέχισα ατάραχος την πορεία προς τον ψύκτη. Αλλά συγκράτησα έντονα στη μνήμη εκείνο το πέρασμα… (φωτογραφία: μαμά, αδελφός κι αδελφή – είμαι ο μικρότερος – στην Αγία Τριάδα)


 Με τον Νίκο Αλέξη Ασλάνογλου βρισκόμασταν πότε πότε στο καφέ «Αχίλλειον» της παλιάς παραλίας, συνήθως με παρέα άλλων ανήσυχων νεαρών. Λιγομίλητος, ρομαντικός, εσωστρεφής, παραιτημένος. Δεν συγκράτησα κάτι από τις κουβέντες μας κι ούτε με συνεπήρε τότε η (μη αποκαλυπτική) ποίησή του, αλλά ούτε υποψιαζόμουν την κατοπινότερη εμβέλειά του. Μου αρκούσε που συναναστρεφόμουν έναν ποιητή, που, ωστόσο, έβρισκα σχεδόν απωθητικό ως παρουσιαστικό. Επειδή όμως κρατούσε τα προσχήματα, τον αντιμετώπιζα σεβαστικά. Κανονίσαμε να βρεθούμε και στην Αθήνα, όταν μετακόμισε πικραμένος από διάφορες άσχημες εμπειρίες της Σαλονίκης. Συνεννοηθήκαμε να πάμε ένα βράδυ σε ταβέρνα με τον συγγραφέα Λουκά Θεοδωρακόπουλο, που αν και περίπου συνομήλικος του, είχε αναλάβει την έκδοση του καθαρά και ξάστερα ομοφυλοφιλικού περιοδικού «Αμφί». Ο Ασλάνογλου δεν θέλησε να κατέβει τα σκαλιά όπου στεγαζόταν η οργάνωση του ομοφυλοφιλικού ΑΚΚΟΕ (τέλη του ’70) από φόβο, όπως μου ομολόγησε, μην τον πάρει κάνα μάτι και χάσει την τιμητική σύνταξη του λογοτέχνη. Θα τον εκτιμούσα βαθύτερα με τις αδυναμίες του αν γινόταν πιο προσωπικός (έστω ιδιωτικά) και δεν έδινε μονίμως την εντύπωση φοβισμένου ζώου που αναζητεί τη λεία του βουβά και στα μουλωχτά… Παρόλ’ αυτά, όταν μετά από χρόνια διάβασα στις εφημερίδες ότι ο ποιητής βρέθηκε νεκρός και επί μέρες δεν τον αναζήτησε κανείς, αναστατώθηκα και άλλαξε η ματιά μου για τον Ασλάνογλου... (Η τσαλακωμένη φωτογραφία που αναρτώ δημοσιεύτηκε, μαζί με συνέντευξη του ποιητή, στο περιοδικό «Τέταρτο»)
 Πολύ πριν τα τούρκικα σίριαλ εισβάλουν στην τηλεόραση, τις οθόνες των σινεμάδων του ’60 κατέκλυζαν τούρκικες ταινίες με απλοϊκά σενάρια, που προκαλούσαν καταρράχτες δακρύων στους θεατές. Εκείνες τις εποχές άνθιζαν παράλληλα και οι Ινδικές παραγωγές, με αποκορύφωμα το «Γη ποτισμένη με ιδρώτα» - η Ναργκίς έγινε ίνδαλμα. Σινεμά μετά μανίας άρχισα να βλέπω στο Κορδελιό, πριν ακόμα πάω σχολείο. Λίγο με γκρίνια, λίγο με γαλιφιά, κατάφερνα να ξεσηκώνω τη μάνα μου κι αφού ετοιμάζαμε το ψωμοτύρι και γεμίζαμε το παγούρι νερό, κατηφορίζαμε τα μουντά χειμωνιάτικα μεσημέρια προς τον γιγάντιο για τα τότε μάτια μου χειμερινό (και θερινό στην ταράτσα) κινηματογράφο «Αρίωνα». Πάντα προβάλλονταν δύο έργα, ένα περιπέτεια, το άλλο κωμωδία. Ξένα τα περισσότερα, ανάμεσά τους πολλά τούρκικα και ινδικά. Μέναμε με τις ώρες στην αίθουσα κι όταν βαριόμουνα να πάω στην τουαλέτα, κατουρούσα επιτόπου στο τσιμεντένιο επικλινές δάπεδο…
Είχε αρκετά σινεμά το Κορδελιό, κυρίως θερινά. Στα τούρκικα φιλμ πρωταγωνιστούσαν συνήθως η Τουρκάν Σοράι και η Χούλια Κοτσγίγιτ – τα αυτόγραφα αυτών των δύο σταρ τού τότε αναρτώ.
Πηγή δημοσίευσης : www.parallaximag.gr
 

Εικόνα Γιάννης Παλαμιώτης


 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου