Τετάρτη, 22 Ιανουαρίου 2014

Η ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ: Ο Θοδωρής Γκόνης ΜΙΛΑ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ στον Κώστα Μπαλαχούτη – «Το παιχνίδι χάθηκε γιατί δεν υπήρχε συλλογικότητα»



Κεντημένος στιχουργός, γλυκός και γενναιόδωρος άνθρωπος, με το τραγούδι, το θέατρο και τις τέχνες να κυλάνε αβίαστα… στις αρτηρίες του. Λάτρης της στρογγυλής θεάς και του αθλητισμού γενικότερα, κινείται όλα αυτά τα χρόνια σαν ήρεμη δύναμη στο χώρο του. Μια και τους αρέσουν οι «ποδοσφαιρικές» μεταφορές θα τον χαρακτήριζα σαν αμυντικό χαφ με επιθετικές αρετές. Μπορεί να μην είναι ο φανταιζί παίκτης ούτε και να σκοράρει ασταμάτητα, όμως μαρκάρει πάνω κάτω, διορθώνει τα λάθη της ομάδας του, κλέβει μπάλες απ’ τον αντίπαλο, δίνει πάσες, ρυθμό και οργανώνει αθόρυβα το παιχνίδι. Παίχτης ουσίας που όταν οι καταστάσεις το φέρουν έτσι, καρφώνει και την μπάλα στα δίχτυα. Κύριο μέλημα του όμως η «κάλυψη», ο «ρυθμός» και η «ασίστ». Πρωταρχικός του στόχος η «ομάδα».


 Πως βιώνεις τα «ζόρια» των καιρών;

Για μας κατ’ αρχάς ήταν πάντα δύσκολα, δε θυμάμαι ποτέ να μην ήταν. Αλλά δε μ’ ένοιαζε, το χαιρόμουν, ακόμα και στη δυσκολία υπάρχει μια χαρά. Μπορείς να τη ζήσεις…


Δεν είναι το «δύσκολο», είναι το «μαύρο» που δεν αφήνει χαραμάδα για το όνειρο, την ελπίδα.

Εμείς είμαστε βετεράνοι όμως… Πρέπει να βρούμε ένα «θέμα», δεν είναι να κάτσουμε να κλαίμε. Σαφώς δεν είμαι υπέρ αυτών που κάνουν αυτά που κάνουν, δεν είμαι όμως και υπέρ του κλάματος. Βλέπεις τους ανθρώπους του τραγουδιού, όσοι είχαν ένα «έρμα» καταφέρνουν να δημιουργούν με αξιώσεις και να επιβιώνουν. Τώρα τα χρήματα, εντάξει, κάποτε παίρνανε υπερβολικές αμοιβές. Ακόμα κι αυτοί που τα άξιζαν τώρα θα πρέπει να έχουν τη σοφία να αντιληφτούν, πως αν κάποτε παίρνανε 300 χιλιάδες σε ένα καλοκαίρι και τώρα 30, εντάξει, δεν είναι κι άσχημα. Είναι θέμα σοφίας, κι επειδή όλοι έχουμε πει τα λογάκια μας δημόσια, αν μαζευτούμε λίγο, ίσως αυτό μας βοηθήσει να βρούμε τα μεγέθη μας.

Και οι καινούργιοι;

Υπάρχουν νέα παιδιά που έχουν να πουν κάτι με τον τρόπο τους και δοκιμάζουν, σ’ άλλους βγαίνουν, σ’ άλλος δε βγαίνουν… Άλλοι μαϊμουδίζουν, τους παλιούς κι αναρωτιέσαι: για ποιο λόγο; Βρες τον τρόπο σου μπροστά… Πάρε το ρίσκο… «Κλέψε» απ’ τους παλιούς, αλλά γύρισέ το σε σένα…

 Το από πού «κλέβεις» υποδηλώνει πολλά…

Πες μου από ποια τσέπη κλέβεις να καταλάβω ποιος είσαι… Από τη δική μας παράδοση, από τους δικούς μας ποιητές, απ’ το δρόμο… Δύο πράγματα υπάρχουν για το τραγούδι κατ’ εμέ. Η ποίηση και ο δρόμος. Αν εσύ κάνεις μια γέφυρα εκεί… τότε πέτυχες.

Ποιος έχτισε στο στίχο το καλύτερο γεφύρι;

Το κατ’ εξοχήν γεφύρι για μας ήταν ο Γκάτσος, που έκανε αυτή τη μεγάλη γέφυρα. Διανοούμενος και λαϊκός ταυτόχρονα, είναι το μέτρο ο Γκάτσος. Αν από ένα τραγούδι πάρεις το «δρόμο», παύει να είναι τραγούδι. Αν, τώρα, του πάρεις την παράδοση, τους μεγάλους μας ποιητές, τη μεγάλη λογοτεχνία, παγκόσμια και ελληνική, χάνει εξίσου. Αν δεν κάνεις αυτή τη γέφυρα, το τραγούδι μπατάρει, είτε προς το ευτελές, είτε προς το ερμητικό. Όσοι κατάφεραν να έχουν αυτή τη γέφυρα, έκαναν ωραία πράγματα. Δε μπορείς να κάνεις το Βαμβακάρη σήμερα. Αν υπήρχε, θα ήταν ένας άνθρωπος αυτοφυής και καλλιεργημένος ταυτόχρονα. Αν έχεις διαβάσει την αυτοβιογραφία του, ο καημός του ήταν τα γράμματα. Σαν το Μακρυγιάννη ήταν!


Ακούς δίσκους, τραγούδια;

Ακούω πολύ. Αγαπώ πολύ το λαϊκό τραγούδι μιας και το σόι της μητέρας μου ήταν οργανοπαίχτες, είχαν μια κομπανία στο Ναύπλιο και βγαίνανε στα πανηγύρια.

Τους πρόλαβες;

 Βέβαια, πηγαίνανε με μια γερμανική μοτοσυκλέτα, αυτή με το καλάθι, βιολί, λαούτο και κλαρίνο και παίζανε σε πανηγύρια, διάφορα. Τραγουδούσαν, είχαν τους έρωτές τους με τραγουδίστριες, ήταν μια «μυθολογία» για μας τους μικρούς. Όσο μεγαλώνεις, έρχονται αναδρομικά κάτι λογαριασμοί που δε μπορείς να πληρώσεις, αλλά και κάτι ευλογίες, που λες «εξαργύρωσε τες»! Το λέω με αφορμή τις δυσκολίες -που λέγαμε νωρίτερα-, είναι μια ευλογία για ανθρώπους σαν εμάς, αν δεν έχεις προβλήματα υγείας, βέβαια. Για μας που «μπορούμε», κάποιος τρόπος θα βρεθεί. Εγώ δυσανασχετώ για κάποιους ανθρώπους που δε μπορούν, και που κράτος πρόνοιας δεν υπάρχει. Εμείς, όμως, όσο έχουμε τη δύναμη, θα το παλέψουμε με αξιοπρέπεια, δε θα κάτσουμε να κλαίμε τη μοίρα μας.

Μίλησε μου για τις παιδικές σου μνήμες όσον αφορά στο λαϊκό τραγούδι, τι ακουγότανε στο Ναύπλιο τότε;

Ο Γαβαλάς ήταν μεγάλη ιστορία, ο Τσιτσάνης, ο Αγγελόπουλος, όλα αυτά ακουγόντουσαν παρ’ όλο που εμείς στην οικογένεια αγαπούσαμε περισσότερο το Διονυσίου. Υπήρχε και μια «αντιδικία» μέσα στο σπίτι, ενώ όλοι θαυμάζαμε τον Καζαντζίδη, μας άρεσε πιο πολύ ο Διονυσίου, δε ξέρω για ποιο λόγο και ντρεπόμασταν να το πούμε δημόσια! Όχι πως δε μας άρεσε ο Καζαντζίδης, προς Θεού, αλλά πώς να πεις: «σπουδαίος, αλλά εμένα ο Διονυσίου μ’ αρέσει»! Μου πήρε πολύ χρόνο να το παραδεχτώ δημόσια, ήταν τόσο «ριζωμένος» ο Καζαντζίδης στις προτιμήσεις του κόσμου… Θυμάμαι μια περίοδο που δούλευα στο κρατικό Θέατρο στη Θεσσαλονίκη το ’96, τότε που γράψαμε με το Νικολόπουλο τα «Δέκα χρόνια στου Μπακάκου» που άκουγα μόνο Διονυσίου… και στο μυαλό μου όταν έγραψα το ομώνυμο τραγούδι, αυτό του Μπακάκου, είχα το Διονυσίου.

Τι ήταν αυτό που σε άγγιζε περισσότερο στο Διονυσίου; Ο στίχος του Άκη Πάνου ας πούμε, χάρη στα τραγούδια του οποίου ρίζωσε ακόμη περισσότερο στις καρδιές του κόσμου, εκεί στα τέλη του ΄60;

Και ο στίχος, αλλά και το χρώμα του… Μπορεί να κάνω και λάθος, γιατί έχω μεγάλο σεβασμό προς τον Καζαντζίδη, και για τη ζωή του και τη στάση του απέναντι στο τραγούδι - ο τρόπος που γύρισε την πλάτη σε κάποια πράγματα είναι απίστευτος, δε γίνονται εύκολα αυτά τα πράγματα, οπότε οφείλω να σέβομαι και να γονατίζω μπροστά του- απλώς ο Διονυσίου μ’ αρέσει γιατί είναι λίγο πιο λιτός.

Ενώ ο Στέλιος είναι και δυτικός και ανατολίτης, ανάλογα πάντα με το τραγούδι και τους δημιουργούς που υπηρετεί.

Ο Καζαντζίδης είναι τόσο καλός που σε τρομάζει! Ο άλλος σου αφήνει ένα περιθώριο.

Τον πρόλαβες τον Στράτο;

Είχα και την τύχη να τον ακούσω να τραγουδάει ζωντανά, σε αντίθεση με τον Καζαντζίδη, σε μαγαζιά.

Πότε τον πρωτάκουσες και ποια συναισθήματα γεννήθηκαν μέσα σου;

Μου έχει συμβεί το εξής, ήμουνα πολύ μικρός κι είχα αρχίσει να γράφω τα πρώτα τραγούδια με το Νίκο Ξυδάκη. Γνωριζόμασταν και το με συγχωρεμένο το Χρήστο Βακαλόπουλο, το σκηνοθέτη, συγγραφέα και ραδιοφωνικό παραγωγό, κάναμε λίγο παρέα τότε. Θυμάμαι γινόταν ένα εορταστικό στην ΕΡΤ και με φώναξαν στο στούντιο να διαβάσω ένα κείμενο. Εκεί πρωτοείδα το Διονυσίου, ο οποίος ήρθε, τραγούδησε με τη μια το κομμάτι του και έφυγε. Αμέσως μετά σειρά είχε για να τραγουδήσει ο Δημήτρης Μητροπάνος που περίμενε έξω από το πλατό. Ο Μητροπάνος κοιτούσε με δέος τον Διονυσίου… Όταν λοιπόν τελείωσε, ο Μητροπάνος δεν θέλησε να κάνει το δικό του γύρισμα. «Θα έρθω αύριο να τραγουδήσω» είπε στους παραγωγούς, μιας και τα γυρίσματα κρατούσαν μερικές μέρες, κι έφυγε!

Σπουδαίος σε όλα του ο κι ο Μητροπάνος…

Δεν υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι πλέον. Ο Μητροπάνος ήταν ένας άγιος με τη στάση του προς το τραγούδι, Γι’ αυτό για μένα, οι τρεις αυτοί άνθρωποι, ο Στέλιος, ο Στράτος κι ο Δημήτρης είναι πολύ σημαντικοί.

 Όσον αφορά το θέατρο, είχες ανάλογες επιρροές;

 Όχι, εκεί βρέθηκα τυχαία! Μπήκα στο πανεπιστήμιο, δε με αφορούσε το οικονομικό, λέω τι να κάνω τώρα, πήγα στο θέατρο και κόλλησα! Τρώγοντας έρχεται η όρεξη! Ούτε με το τραγούδι είχα εξ’ αρχής πρόθεση να «μπλέξω», όπως «έμπλεξα». Όλα έγιναν τυχαία, αβίαστα. Και στάθηκα πολύ τυχερός, έπεσα πάνω σε «ανάλογες» παρέες… Μεγάλα ονόματα σήμερα στο τραγούδι και τη λογοτεχνία, ήταν η πρώτη μου παρέα στην Αθήνα, που τότε δεν ήμασταν τίποτα! Παιδιά ήμασταν, άλλος στο νομικό, άλλος στο οικονομικό…

Ποια ήταν αυτή η παρέα, για πες μας;

Να σου πω, ο Βακαλόπουλος που πέθανε, ο Τσιχλιάς που είναι στην Καθημερινή, ο Τατσόπουλος, ο Μισέλ Φάις, ο Βλαστάρης, ο Παπαγιώργης, ο Μπαμπασάκης, ο Ακύλας Καραζήσης, ο Χατζόπουλος, παιδιά του Θεάτρου, ο Νίκος Ξυδάκης που είχε κάνει την «Εκδίκηση» τότε, αλλά ήταν κι αυτός εφαπτόμενος στην παρέα αυτή. Όλοι, συγγραφείς, συνθέτες, ηθοποιοί, τότε ήταν μια παρέα. Ο Ανδρέου, ο Γαλιάτσος, ο Ταμπούρης, ο Καλατζόπουλος… Πηγαίναμε στα γήπεδα, συναντιόμασταν στη Φιλαδέλφεια, στο Καραϊσκάκη, ήταν κι αυτό το κομμάτι, το ποδοσφαιρικό που μας ένωνε.

Πώς κατέληξες ΑΕΚτζής εσύ;

Λόγω καταγωγής της μάνας μου. Στο Ναύπλιο έχει μικρασιάτες.

Τώρα γιατί γράφεις, τι σε εμπνέει;

 Κοίταξε, πρώτα απ’ όλα εις μνήμην πραγμάτων. Οι νεκροί, δεν «πεθαίνουν» όταν πεθάνουν, αλλά όταν πεθάνεις εσύ, που τους σκέφτεσαι και τους μνημονεύεις! Αλλά υπάρχει και κάτι άλλο που είναι ο αντίποδας. Όταν φυτεύεις κάτι, αργότερα στη σκιά του θα κάτσει να δροσιστεί κάποιος άλλος. Κι αυτό είναι πολύ παρήγορο, γιατί στη σκιά αυτή θα έχεις λόγο κι εσύ. Αυτό ενέχει ματαιοδοξία, αλλά όχι κενοδοξία. Κάποιος άλλος που δεν είναι ούτε ματαιόδοξος, ούτε κενόδοξος θα πει «δε μ’ ενδιαφέρει τίποτα», κι αυτός νόμιμος είναι. Αλλά και αυτός όταν έρθει η στιγμή του με τι θα δροσιστεί; Με τις σκιές κάποιων άλλων! Είναι θέμα ταμπεραμέντου. Επειδή όμως κι εσύ κάνεις την ίδια δουλειά, φαντάζομαι πως με αντίστοιχα «πράγματα» -όνειρα και καταθέσεις- ζεις.

Το παιχνίδι παίζεται ακόμα και τώρα που το αποτέλεσμα φαντάζει προδιαγεγραμμένο.

Το παιχνίδι χάθηκε γιατί δεν υπήρχε συλλογικότητα. Κάποιοι άνθρωποι είχαν μόνο προσωπική έννοια, έπαιζε καθένας για πάρτη του κι αυτό πληρώνει η πατρίδα μας τώρα. Πάντα είχαμε καλό υλικό αλλά όχι ομάδα. Και τώρα, βλέπεις να υπάρχει ορχήστρα πουθενά;
Σόλο καθένας.

Λειτούργησε η φάκα.

Πέσανε πάρα πολλά χρήματα, δυσανάλογα. Το χρήμα σε εκμαυλίζει. Βλέπεις ο Σωκράτης ο Μάλαμας που κρατιέται, που έχει μια δική του πατέντα, είχε μια απόσταση πάντα απ’ αυτά, με τον τρόπο του. Και πέραν του ότι είναι άξιος, αυτό του βγήκε σε καλό. Ο Νίκος Ξυδάκης που είναι μια άλλη ιστορία, είχε κι αυτός γυρίσει την πλάτη του σε πολλά, έχω ζήσει τα «όχι» του, το ίδιο και κάποιοι άλλοι άνθρωποι.


Μεγάλη υπόθεση, να πεις όχι… στον πειρασμό.

Ναι, φυσικά! Κάποιοι άνθρωποι άντεξαν, αλλά όχι οι περισσότεροι.

Λείπουν οι «αρχηγοί» που θα είχαν και θα «πέρναγαν» το όραμα της ομάδας;

Λείπει η πνευματικότητα, κατ’ αρχάς. Ο Ρασούλης, ήταν μια άγια μορφή. Μην κοιτάς που όταν πέθανε τον ξαναγιάσανε, για ένα διάστημα τον είχανε βγάλει οφσάιντ για να το πω ποδοσφαιρικά. Ήταν μεγάλος στιχουργός και πνευματικός άνθρωπος και τον πήγανε στα όρια του γραφικού κάποια στιγμή. Είμαστε ένας λαός που έχουμε ταλέντο στις κηδείες. Αφού σε σκοτώσουμε, σου κάνουμε μια κηδεία, άλλο πράγμα!

«Το εγώ θέλω μονάχος μου» που τραγουδά ο Μανώλης Λιδάκης στο νέο του δίσκο, σε μουσική του Ορφέα Περίδη, πως το έγραψες;

Αυτό είναι ένα τραγούδι γραμμένο στο δρόμο. Είχα κατέβει από την Καβάλα στην Αθήνα πριν 2-3 χρόνια με τις δυσκολίες που έχεις όταν έρχεσαι για τις δουλειές, τους ανθρώπους που έχεις αφήσει πίσω κτλ, και κατεβαίνω, θυμάμαι τη Σόλωνος, γιατί μου αρέσει πολύ αυτός ο δρόμος, κι από το ύψος της Ομήρου μέχρι να κατέβω κάτω, γράφτηκε το τραγούδι! Από μια πίεση που ένιωθα. Του ταιριάζει του Μανώλη και το μελοποίησε πολύ ωραία κι ο Ορφέας.

Με το θέατρο τι γίνεται;

Το θέατρο είναι ο «τόπος» που εργάζομαι και νιώθω ευγνωμοσύνη γιατί ζω απ’ αυτή τη δουλειά κι ανήκω στη μειοψηφία αυτών που ζουν απ’ το θέατρο. Αν εξαιρέσεις 20 – 30 ηθοποιούς της τηλεοράσεως κυρίως, κανείς δε ζει πια αποκλειστικά απ’ αυτή την εργασία. Όλοι δυσκολεύονται. Το θέατρο με βοηθάει και στο τραγούδι γιατί κάνει «καθρέφτη» η μια δουλειά στην άλλη, έχουνε κοινά πράγματα. Και το τραγούδι μια μικρή παράσταση είναι, μια μικρογραφία. Ένα μικρό μονόπρακτο! Τώρα τα καταλαβαίνω, όμως, όλα αυτά, έτσι; Δεν ήξερα τίποτα! Ευτυχώς που βρέθηκα σε αυτούς τους χώρους! Αισθάνομαι ότι οφείλω πολλά και στο θέατρο και στο τραγούδι, όχι αυτά σε μένα.

Ως καλλιτεχνικό διευθυντής βρίσκεις ανταπόκριση στα «θέλω» σου;

Είμαι στο ΔΗΠΕΘΕ Καβάλας και στο Φεστιβάλ Φιλίππων Θάσου που γίνονται πράγματα. Η Καβάλα έχει μια παράδοση, έχει το Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων, και προσπαθούμε, επειδή ο Δήμος Καβάλας επιθυμεί πραγματικά να έχει πολιτιστικές εκδηλώσεις. Ανεβάζουμε παραστάσεις, κάνουμε μετακλήσεις και πάντα σε ένα επίπεδο συγκεκριμένο, όχι οτιδήποτε. Κάνουμε αυτά που αγαπάμε, τις αγάπες μας, όχι τους φίλους μας, γιατί υπάρχει διαφορά.

Μεγάλη…

Μπορεί καμιά φορά τους φίλους μας να τους αγαπάμε, αλλά να μην εκτιμούμε τη δουλειά τους. Κάνουμε αυτό που εκτιμούμε δηλαδή. Δεν είναι εύκολο, είναι μια πολεμική τέχνη κι αυτό. Έχει τις επιθέσεις του, τις αναδιπλώσεις του, τις υποχωρήσεις, τις κυκλωτικές κινήσεις, είναι μια τέχνη που τη μαθαίνεις στο πετσί σου. Με τραύματα, με ήττες κυρίως και με νίκες και προχωράς. Βλέπεις τα νέα παιδιά που έρχονται σήμερα στο θέατρο και το τραγούδι, ένα μικρό ποσοστό είναι πολύ σημαντικά πλάσματα και λες, Θεέ μου να φτιάξεις ένα γήπεδο στα παιδιά αυτά να βρεθούν μέσα εκεί… Κι αυτό είναι μια μεγάλη έννοια, να παραχωρείς χώρο, σαν να πρέπει δηλαδή να σκρινάρουμε για να σουτάρουν αυτοί! Γι’ αυτό βλέπεις σήμερα στο χώρο μας ηλικιωμένους που είναι αντιπαθείς. Δεν αφήνουνε χώρο να σουτάρει κανείς! Εμπόδισε παιδί μου τον αντίπαλο να σουτάρει ο άλλος! Άσε να σηκωθεί ο πιτσιρικάς που έχει και αλτικότητα…

Θέλει γενναιοδωρία αυτό…

 Εξυπνάδα θέλει. Ο έξυπνος άνθρωπος είναι «καταδικασμένος» να πάει σ’ αυτό. Αλλιώς δεν είναι έξυπνος, είναι καπάτσος, πονηρός, καταφερτζής. Ικανός, εντάξει... αλλά… Ο έξυπνος άνθρωπος όμως είναι ταγμένος να πάει στην καλοσύνη πριν ξεψυχήσει τουλάχιστον! Η συμπεριφορά αυτή θα τον βγάλει «κερδισμένο, θα του «επιστρέψει»… Το «δώρο» γυρίζει πολλαπλάσιο!

Είναι κάτι που μου τονίζει και ο Χρήστος Νικολόπουλος στην αυτοβιογραφία του που γράφω αυτόν τον καιρό…

Γνώρισα την καλύτερη πλευρά του Νικολόπουλου. Τότε ήμουν στην Θεσσαλονίκη κι ερχόταν πάνω κι έβλεπες να «αχνίζει» η παλιά, καλή πλευρά του τραγουδιού. Μετά ο Χρήστος στον οποίο έχω μεγάλη αγάπη κι εκτίμηση, έκανε σπουδαία πράγματα.

Πώς προέκυψε ο δίσκος αυτός με τον Νικολόπουλο και τον Ανδρεάτο, μιας και το λέμε;

Ήθελε ο Γεράσιμος να κάνει ένα δίσκο, ήταν στη Λύρα, και μου το πρότειναν και ο ίδιος και η εταιρεία. Με το Χρήστο είχαμε πάντα μια αλληλοεκτίμηση κι έτσι έγινε. Έχω κρατήσει μια καταπληκτική σκηνή με τον Νικολόπουλο, όταν είχα πάει για πρώτη φορά κάπου εκεί στη Νέα Κηφισιά που έχει το στούντιο, και μου λέει «πάμε να φάμε κάτι;» Και ανεβήκαμε στο σπίτι του και φάγαμε μαζί. Ήταν σαν να είχα πάει στο σπίτι κάποιου πολύ δικού μου, ενός θείου μου. Με σερβίρισε τόσο απλά, ήρεμα… Ό, τι θυμάμαι περισσότερο απ’ την συνεργασία μας είναι αυτή η σκηνή… Έχει κάνει σπουδαίο έργο, αριστουργήματα.

Πώς και δε συνεχίσατε μαζί;

Εξαφανίστηκα εγώ, ξέρεις, μπλέχτηκα και με το θέατρο.

Το αύριο του τραγουδιού που αγαπάμε;

Με απασχολεί πολύ η νέα γενιά τραγουδιστών που βγαίνει τώρα. Παιδιά που έχουν τη δυνατότητα και τα κάνουν όλα. Το στίχο, τη μουσική και τραγουδάνε κιόλας. Φτιάχνουν παραστάσεις μουσικές. Γι’ αυτούς έχω αγωνία. Πρέπει να τους βοηθήσουμε. Προσπαθώ με όλες μου τις δυνάμεις στο Φεστιβάλ πάνω, αλλά είναι μικρό… Πάντως εξαντλώ όσο μπορώ τα περιθώρια που μας δίνονται. Σκέφτομαι στην επόμενη καραμπόλα, σε δύο χρόνια που τελειώνει το συμβόλαιο μου και θα κατέβω στην Αθήνα, παρ’ όλο που θα είναι όλα πολύ δύσκολα και η Αθήνα έρημος Σαχάρα, εμείς να κάνουμε μια όαση. Μόνο να έχουμε υγεία. Και θέλω να είμαι παρών όταν αυτά τα νέα παιδιά θα αρχίσουν να σουτάρουν για να τους κάνω σκριν…


Πηγή Δημοσίευσης: www.ogdoo.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου